ΙΕΡΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΛΗΡΙΚΩΝ ΕΛΛΑΔΟΣ

Τρίτη, 8 Μαΐου 2012

Εγκώμιο στον Ευαγγελιστή Ιωάννη. Του Οσίου Θεοδώρου του Στουδίτη

α’. Όταν ο λόγος έχει ως θέμα το έγκώμιο ενός εκλεκτού, που βρίσκεται στον ουρανό στο Θεό, ποια λόγια μπορεί να βρεθούν για να τον επαινέσουν επάξια και ανάλογα με το ύψος του; Και ποια σκέψη θα μπορέσει να πλησιάσει το μέγεθος του επαίνου, ο οποίος είναι πάνω από τα συνηθισμένα μέτρα; Υπάρχει κίνδυνος να μη ξεπεράσουμε ακόμη και την αρχή, επειδή επιχειρούμε τα ακατόρθωτα και δοκιμάζουμε ένα πήδημα σε αμέτρητο ύψος.

Φυσικά δε μιλώ γι’ αυτό τον ουρανό, τον οποίο διακοσμούν με απαράμιλλη ομορφιά τα πλήθη των αστερισμών, ούτε για κείνον που ο αρματηλάτης ήλιος διατρέχει, διαγράφοντας την εφήμερη τροχιά του, ούτε για την τροχιά του φεγγαριού, που τρέχοντας στον ουρανό κάνει τη νύχτα μέρα. Δε μιλω για το θαύμα των ουράνιων σωμάτων, που μόνο και που τα βλέπουμε διδασκόμαστε, στοχαζόμενοι για την ομορφιά της κτίσεως, και οδηγούμαστε σ’ Αυτόν που είναι ο αίτιος της δημιουργίας.

Ο λόγος μου αναφέρεται σ’ εκείνο τον ουρανό, του οποίου τα άστρα λάμπουν παντοτεινά, δηλαδή στους αγίους, επειδή εξαιτίας των αμέτρητων αρετών τους, αστράφτουν στο ουράνιο πνευματικο στερέωμα, και του οποίου ήλιος είναι το ευαγγελικό κήρυγμα, το οποίο διατρέχει τα πέρατα του κόσμου και καταγαύζει τον ορατό και αόρατο κόσμο. Και αυτό συμβαίνει, επειδή δέχεται το φως της σελήνης, αφού σ’ αυτόν τον ουρανό δεν υπάρχει νύχτα και το φως του καταυγάζει τον κόσμο χωρίς να δύει ποτέ.

β’. Και ποιός είναι αυτός που τόσο πολύ τον επαινώ, και για τον οποίο θέλετε να μάθετε; Ο Ιωάννης, αγαπητοί μου, ο κατ’ έξοχήν Απόστολος, ο εξοχότερος από τους Ευαγγελιστές, ο μέγας αετός του Θεού με τα χρυσά φτερά, ο άφθαστος ερευνητής του ουράνιου βυθού, ο άνθρωπος που με τη σκέψη του ξεπέρασε τα Χερουβίμ, αυτός που ανήκει στη χορεία της χωρίς αρχή υπάρξεως του Λόγου, ο άγγελος ανάμεσα στους άγγέλους .

Αυτός που είναι ο μεγολοφωνότατος κήρυκας της αληθείας, ο υψιπετής νους, ή η γλώσσα η πύρινη, το στόμα το θεόφραστο, το άπειρο πέλαγος της σοφίας, ο άφθαστος διερευνητής των δογμάτων, το μέγιστο δοχείο της γνώσεως, η αστραπή του Πνεύματος που φάνηκε στον κόσμο, η παγκόσμια βροντή της χάριτος, ο προεξάρχων στύλος των Εκκλησιων, ο ασάλευτος θεμέλιος του Θεού, η σαγήνη που ψαρεύει την ανθρώπινη φύση, το καλάμι που το ύψος του φτάνει ως τον ουρανό και ψαρεύει τις ψυχές των ανθρώπων, το αεικίνητο πριόνι που πριονίζει τις αιρέσεις, το κοφτερό μαχαίρι που κόβει τα ζιζάνια της ασεβείας, το ουράνιο κλειδί που κλειδώνει έξω από τα τείχη της Εκκλησίας τα στρατεύματα της αθεΐας, το δυνατό θεϊκό μυαλό, που με τη σφενδονη του Πνεύματος χτυπάει τα νοητά θηρία, το ποτάμι του Θεού που παίρνει τα νερά της σοφίας και τα έκβάλλει στο πέλαγος της θείας σοφίας, ο πεντακάθαρος ναός της παρθενίας, ο περιπόθητος και επιστήθιος φίλος του αξιαγάπητου Χριστού, ο μέγας ήλιος που δείχνει τις περιοχές του Ευαγγελίου, η γλυκειά λύρα και σάλπιγγα του Πνεύματος.

Και τι πρέπει ακόμη να πω; Ούτε το ένα μυριοστό από την άβυσσο των εγκωμίων δε θα μπορούσα να βρω για να έκφραστώ. Έλα, λοιπόν, μια και δεν μπορώ να τα πω όλα όσα του ταιριάζουν, γιατί η γλώσσα μου είναι αδύναμη στο να περιγράψει το θαύμα, αφού αυτό ξεπερνάει το ύψος του ουρανού, ας πω όσα μπορώ. Γιατί, και αν έπρεπε να μικρύνουμε τον έπαινο, και μόνο λίγα άνθη από τον ευαγγελικό λειμώνα να συγκεντρώσουμε σε μια ανθοδέσμη και να τα παρουσιάσουμε σαν μια αναμμένη λαμπάδα σε αποστολικό πανηγύρι, σαν να τα προσφέρουμε σε βασιλικό πανηγύρι, λαμβάνοντας βοηθό το λόγο για τον εγκωμιαζόμενο, θα έπρεπε να προσπαθήσουμε να τα προσφέρουμε με ευxαρίστησn.

γ΄. Όποιος επιζητήσει να μάθει ποιά είναι η πατρίδα του Ιωάννη, στην οποίαν αυτός γεννήθηκε, για να τον επαινέσει βασιζόμενος και στην καταγωγή του, δε θα βρει κάποια σπουδαία, αλλά μάλλον κάποια άσημη, τη Γαλιλαία, που είναι μια συνηθισμένη πόλη. Αλλά και από την πλευρά της καταγωγής ο απόστολος Ιωάννης είναι περιφανής. Πως και με ποιό τρόπο; Αφού δηλαδή η περιοχή δεν εβγαλε κάποιον προφήτη και αφού γενικά τίποτε καλό δεν προήλθε απ’ αυτήν, όπως νόμιζαν οι Ισραηλίτες, πως εδώ ο Χριστός, ο οποίος είναι η πηγή κάθε καλωσύνης, συλλαμβάνεται στην κοιλιά της αρχιπαρθένου και αρχιπροφήτιδας. Όπου, αφού μορφώθηκε σαν εμας, ανατράφηκε πειθαρχώντας στους γονείς του με τους οποίους έζnσε στην πόλη, από την οποίαν πηρε και το όνομα. Γιατί ονομάστηκε Ναζωραίος, αφού η κωμόπολη Βηθσαϊδά υπαγόταν στή Γαλιλαία.

Πόσο αξιαγάπητο το μέρος αυτό, πόσο ευτυχισμένη πατρίδα, πιο ξακουστή και από την πατρίδα του Αδάμ , αφού εβγάλε τον δεύτερο Αδάμ, που ήρθε από τον ουρανό, μαζί με τον ‘Ιωάννη. Η γενιά δε αυτή δεν είναι καθόλου ευκαταφρόνητη. Γιατί ο Ιωάννης, τον οποίον επαινούμε, γεννήθηκε κατά σάρκα από τον πατέρα του Ζεβεδαίο και τη μητέρα του Σαλώμη, η οποία προερχόταν από τη γενιά του Χριστού. Πως συναντήθηκαν και τα δυο στο πρόσωπο του Ιωάννη, ώστε να βρεθεί ως ο καταλληλότερoς «ανεψιός» του Χριστού; Και βέβαια ο Ιωάννης σ’όλο τον κόσμο βρέθηκε ευγενέστερος, ανήκοντας στο γένος του Θεού και από τις δύο μεριές. Bλέπετε πόσο μεγάλα παρουσιάστηκαν, αυτά που φάνηκαν αρχικά χειρότερα, επειδή εξυφάνθηκαν με τη φιλόπονη διεργασία; Ποια ανατροφή έλαβε, τι επάγγελμα εξάσκησε, τι’ άλλα προσόντα είχε ο Ιωάννης, ώστε και σ’ αυτά να στηριxθεί ο λόγος;

δ’. Από όσα γνωρίζουμε, τίποτε στη ζωή δεν είναι δυσκολότερο να εξηγηθεί, όσο είναι οι τρόποι της άλιευτικής τέχνης, ούτε βέβαια υπάρχει κάτι πιο τραχύ από την άσκηση αυτής της τέχνης. Διότι από μέν τις άλλες τέχνες οι τρόποι έργασίας και περισσότερα αποφέρουν στον τεχνίτη, είτε λογικά το διατυπώσει κανείς είτε το δει από πρακτική σκοπιά. Αναφορικά δε με την άλιευτική τέχνη, δηλαδή την τέχνη του ψαρά, λόγω της ιδιομορφίας της, ακόμη και η σπανιότητα των τροφίμων είναι εφάμιλλη με τη σπανιότητα των ψαριών, ώστε να εκπληρώνεται κατά γράμμα αυτό που είναι γραμμένο στον Εκκλησιαστή (6,7), ότι «κάθε νηστικός άνθρωπος κοπιάζει και μοχθεί για ένα σκοπό, δηλαδή για να φάει και να πιει». Γιατί οι ψαράδες είναι κακοντυμένοι και ρυτιδωμένοι, αxτένιστoι και ηλιοκαμμένοι, ξυπόλυτοι και συγχρόνως σκαρφαλωμένοι στα κατάρτια, ζώντας στις ακρογιαλιές και τις ερημιές, πότε στις πέτρες καθισμένοι, πότε βλέποντας τους βυθούς, από όπου τη ψαριά ανασύρουν.

Για ποιο λόγο περιέγραψα την τέχνη του ψαρά με τρόπο περίεργο; Για ν’ αποδείξω ότι αν και ο Ιωάννης άσκησε αυτή την τέχνη, δεν είναι αξιοκατάκριτος. Σκέψου τώρα μεταφορικά και έλα στό θεωρητικό επίπεδο, όπου θα βρεις να πραγματοποιείται η γνώση στό ανθρώπινο γένος.

Ο Δαβίδ που ήταν στήν αρχή βοσκός προβάτων, τοποθετηθηκε αργότερα από το Θεό να κυβερνά και να καθοδηγεί τους δούλους του, τους απογόνους του Ιακώβ, τους Ισραηλίτες, οι οποίοι είναι δική του κληρονομία (Ψαλμ. 77,71). Σκέψου τώρα τον Ιωάννη, πως από την αλιεία των ψαριών μεταφέρθηκε θεοπρεπώς από το Χριστό, που είναι ο μέγας Λόγος, στη λογική αλιεία. Γιατί ο Xρισrός δεν έβαλε τον Ιωάννη να ποιμαίνει αυτήν ή εκείνη τη φυλή ή και ορισμένες μόνο φυλές που βρίσκονται σε κάποιες περιοχές, αλλά τον τοποθέτησε να αλιεύει πνευματικά και για λογαριασμό Του ολόκληρη την οικουμένη. Γιατί λέγει ο Κύριος «δεύτε οπίσω μου και ποιήσω υμάς αλιείς ανθρώπων» (Ματθ.4,19). Και αν πει κανείς ότι η κλήση αυτή είναι κοινή για όλους τους Μαθητές, εμείς μπορούμε ασφαλώς να τη θεωρήσουμε ότι απευθύνεται στόν Ιωάννη. Και σε άλλες γενικότερες περιπτώσεις, δεν υπερισχύουν όσα λέγονται για τους άλλους Απoστόλoυς από όσα θα έπρεπε να έφoρμoστoύν και στον Ιωάννη το Θεολόγο, κάθε άλλο. Όπως συμβαίνει και στήν περίπτωσn που ανάβουν πολλοί λαμπτήρες από ένα φως, να μη μειώνεται η συμμετoχή του ενός λαμπτήρα στό ίδιο φως.

ε’. Και επειδή ο Ιωάννης έγινε μέγας Απόστολος από το Θεό, ας τον δούμε αλληγορικά σαν να είναι ζωντανός σε πλοίο όχι να διορθώνει τα σχισμένα δίχτυα, αλλά να ετοιιμάζει τήν ευαγγελική σαγήνη. Ποιό είναι το καλάμι; Είναι το δόκανο των δoγμάτων. Ποιά είναι η μπετονιά; Η σύνθεση της Θεολογίας. Ποιό είναι το αγκίστρι; Ο τριμερής Σταυρός. Ποιό είναι το δόλωμα; Η θεϊκή σάρκα, με την οποία δελεάστηκε το μεγάλο κήτος, δηλαδή ο σατανάς. Θέλεις να μάθεις σε ποια πέτρα κάθεται και ψαρεύει; Πρέπει να εννοήσεις τη στερεά έδρα της πίστεως. Μεγάλο θαύμα! Ρίχνει το δόλωμα όχι σ’ αυτόν ή εκείνον τον κόλπο, αλλά στη θάλασσα του βίου. Απλώνει το καλάμι που δεν έχει μικρό μήκος, αλλά φτάνει μέχρι τα πέρατα της οικουμένης. Ρίχνει τη μπετoνιά όχι στο βάθος της θάλασσας, αλλά στην άβυσσο της ασεβείας.

Κοίτα την πλούσια ψαριά που περιέχει μικρά και μεγάλα ψάρια, τους σπουδαίους εννοώ ανθρώπους και το πλήθος, την ποικιλία ανθρώπων στα ήθη και τα πάθη, τους μικρούς και τους μεγάλους στην ηλικία και στα αξιώματα. Άλλοι από αυτούς που ψαρεύει είναι γαντζωμένoι στις παλιές διδασκαλίες και συνήθειες, αλλά τους παίρνει από τα βράχια της αθεΐας. Άλλους πάλι τους βρίσκει σαν να έχουν ληστευθεί από αφέλεια, και τους ψαρεύει σαν να είχαν χάσει τα νερά τους.

Και με αυτό το ψάρεμα δε σκοτώνει τα αλιεύματα, αλλά τα ζωογονεί, μη βάζοντάς τα στα αρμυρά νερά της αμαρτίας, αλλά κρατώντας τα να ζήσουν στα γλυκά νερά του βαπτίσματος. Ασφαλώς και δεν πουλάει για φθαρτά χρήματα όσους αλιεύει, αλλά, βάζοντας την υπογραφή της υιοθεσίας, τους ελευθερώνει από τη δουλεία του διαβόλου, στου οποίου το θέλημα είχαν πρωτύτερα σαγηνευθεί.

Τι δραματική Ιστορία! Ποιός από τότε που υπάρχει ο κόσμος άκουσε για τέτοιο θήραμα; Ποιός γνώρισε τόσο μεγάλο ψαρά και μεγαλέμπορο; Αφού δεν ψάρεψε μόνο εκατοντάδες ή χιλιάδες, αλλά όλα τα έθνη, τα οποία πρόσφερε στον πρώτο και Μεγάλο Ψαρά, τον Κύριο Ιησού Χριστό, για να μαθητεύσουν κοντά Του; Δε σας έλεγα από την αρχή ότι δε θα μπορέσω να εξετάσω την υπόθεση γύρω από τον Ιωάννη ούτε καν με το άκρο του δαχτύλου μου;

στ’. Σκέψου και τα άλλα που συνδέονται μεταξύ τους με άριστη αλληγορία. «Σείς είστε το φως του κόσμου» (Ματθ.4,14), (είπε ο Χριστός). Το φως είναι η διάλυση του σκοταδιού, είναι το περιβάλλον στο οποίο τα μάτια βλέπουν, είναι η ανακαίνιση των σωμάτων, είναι το επιθυμητό και το αγαπητό. Τι είναι λοιπόν ο Απόστολος; Δεν λιγοστεύει το πνευματικό σκοτάδι που έναντιώνεται στο φως της αλήθειας; Δεν χαρίζει το φως στους τυφλούς σωματικά και ψυχικά; Δεν δίνει δύναμη στα σώματα; Δεν είναι λοιπόν γι’ αυτά που επιτελεί αγαπητός και θαυμαστός; Αυτό ήταν λοιπόν εκείνο που έλεγε και υποσχόταν ο Χριστός: θα θεραπεύετε αρρώστους, θα καθαρίζετε τους λεπρούς απο τις πληγές τους, θα διώχνετε τα δαιμόνια από τους ανθρώπους. Δωρεάν πήρατε αυτό το χάρισμα της θεραπείας και δωρεάν να το προσφέρετε.

Σ’ αυτή τη φράση του Χριστού να εννοήσετε τις μυριάδες των ασθενειών και να δείτε τα άπειρα πλήθη των θαυμάτων που συντελούνται παντού σε ανθρώπους, οι οποίοι συγκεντρώνονται όπως οι ρόγες του σταφυλιού στο δωρεάν και χωρίς πόνο θεραπευτήριο, και πορεύονται όπως οι αγέλες των ζώων, επειδή η γιατρειά παρέχεται χωρίς εγχειρίσεις και καύσεις μολυσμένων μερών του σώματος και χωρίς λήψη φαρμάκων, αλλά μόνο με την πίστη και το λόγο.

Πόσο μεγάλη είναι αυτή η δωρεά! Ο πριν από λίγο τυφλός, βρίσκει το φως του, χάνοντας ξαφνικά το σκοτάδι από τα μάτια του, και είναι γεματος χαρά πού βλέπει τη θέα και τα θαυμάσια του ουρανού. Ο πριν από λίγo χωλός, ξαφνικά γίνεται σταθερός στο βάδισμα και ευχαριστιέται πού πηδάει σαν το ελάφι. Ο πριν από λίγo άλαλος, ξαφνικά, αφού λύθηκε η γλώσσα του από τα δεσμά που την έδεναν, μιλάει καθαρά και σωστά και λέγει xίλια ευχαριστώ. Ο πριν από λίγο κουλός, αφού γιατρεύτηκε και στα δύο του χέρια, εκφράζει την ευγνωμοσύνη του προς τον ουράνιο Κύριο. Ο πριν από λίγο υδρωπικός, ξαφνικά θεραπεύεται από την πάθησή του και γίνεται πάλι υγιής. Ο πριν από λίγo λεπρός, ξαφνικά καθαρίζεται από τις πληγές του και νιώθει αγαλλίαση βλέποντας τη νέα σάρκα του. Ο πριν από λίγο παράλυτος, αποκτά ξαφνικά την αρτιότητα του και κουβαλάει στους ώμους του το κρεββάτι του. Ο πριν από λίγο δαιμονισμένος, αφού ξαφνικά καθαρίσθηκε από τα πονηρά πνεύματα που τον κατείχαν, δοξολογεί με σύνεση τον Κύριο. Ο πριν από λίγο ετοιμοθάνατος που ψυχορραγούσε και μελετούσε το θάνατο, ξαφνικά αναλαμβάνει και αναζωογονείται. Ο πριν από λίγο νεκρός ξαφνικά ανασταίνεται από τη φθορά, διηγούμενος όσα είδε στον άδη και ομολογώντας τα υπέργεια και όσα αναφέρονται στο Θεό που είναι ο αρχηγός της ζωής. Ο πριν από λίγο τυφλός, ξαφνικά βλέπει σωστά, και ο μονόφθαλμος ξαφνικά βλέπει και με τα δυο του μάτια και ο ολότελα φαλακρός ξαφνικά αποκτά κόμη. Ο πριν από λίγο καμπούρης, ξαφνικά γίνεται ευθυτενής, και ο κωφός ακούει, και αυτός που ψήνεται στον πυρετό ξαφνικά γίνεται υγιής και ο άλλος γιατρεύεται από τα ρίγη του. Αυτή που ήταν στείρα, ξαφνικά αποκτά παιδιά και η αιμορροούσα θεραπεύεται και εκείνη που είχε δύσκολο τοκετό ξαφνικά γεννάει εύκολα και αυτός που είχε καρκίνο θεραπεύεται και κάθε ακρωτηριασμένο μέλος επαναφέρεται στη φυσιολογική του κατάστασn και κάθε σωματική ασθένεια θεραπεύεται και κάθε ψυχικό πάθος έξαφανίζεται.

Θα παραλείψω να διηγηθώ τα θαύματα που γίνονται στα άλογα ζώα, τις μετακινήσεις και τις έξαφανίσεις των στοιχείων της φύσεως ή οποιαδήποτε παραδοξολογία της φύσεως. Ή μήπως δεν είναι αλήθεια αυτό που είπε ο Κύριος, ότι δηλαδή αν κάποιος δώσει έντολή σ’αυτό το βουνό να σηκωθεί και να πέσει στη θάλασσα, χωρίς ν’αμφιταλαντεύεται γι΄ αυτή την έντολή που δίνει, αλλά πιστεύοντας ότι αυτό που λέει θα γίνει, τότε θα πραγματοποιηθεί αυτό που θα πει; (Μαρκ.11,23). Βλέπε λοιπόν πως ένα βουνό είναι δυνατόν να πέσει στα νερά, και την ίδια ώρα πάλι ο βυθός των νερών να ξεραθεί και να μεταβληθεί σε λειβάδι . Και… νερό που πηγάζει από τον πυθμένα και πέτρα που σχίζεται και βγάζει νερό και θυμίζει τον Χριστό. Αλλά και οτιδήποτε άλλο, το οποίο χρειάζεται για να οδηγεί στην πίστη τους μαθητές, δεν είναι αδύνατο στη θεία Χάρη.

ζ. Αλλά για να μή συνεxίσω με επιμέρους θέματα και γίνω βαρετός στους ακροατές μου, θα έρθω σε άλλο θέμα .

Σεις είστε το αλάτι της γης (Ματθ.5,13), είπε ο Κύριος. Και εδώ η μεταφορά που χρησιμοποιεί ο Χριστός έχει παρθεί από αυτά που είναι απαραίτητα στη ζωή. Το ίδιο είπε και αλλόυ: Να έχετε αλάτι μαζί σας (Μαρκ.9,49). Αυτό τι άλλο σημαίνει από το να έχετε αγάπη, η οποία εξισώνεται με όλο το Νόμο του Θεού, όπως λέγει ο άγιος Απόστολος Παύλος; Όπως λοιπόν ούτε το ψωμί δεν τρώγεται χωρίς αλάτι, όπως ούτε σχεδόν και όλα όσα τρώγονται, δεν τρώγονται χωρίς αλάτι, έτσι γίνεται φανερό ότι και χωρίς αγάπη δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί τίποτε από όσα είναι θεάρεστα. Τέτοιο άνθρωπο αγάπης παριστάνει ό Απόστολος τον εαυτό του σε μας, έχοντας αδαμάντινη τη ψυχή του και ακατανίκητη στους αγώνες για την αλήθεια, ώστε ποτέ να μην άλλοιώνεται, αποδεικνυόμενος μωρός εξαιτίας των ποικίλων πειρασμών.

Σημείωσε καλά ότι ο Απόστολος καταδιωκόταν και δεν απομακρυνόταν από αυτό που επιθυμούσαν οι διώκτες. Οδηγούνταν δέσμιος μπροστά σε βασιλείς και ηγεμόνες και δεν του έλειπε ή θαρραλέα ομολογία της πίστεως. Ραβδιζόταν, και γινόταν γιατρός για τους δημίους. Ονειδιζόταν και προπηλακιζόταν, και για τους υβριστές του τη δόξα διαπραγματευόταν, μιμούμενος το Διδάσκαλο, ο οποίος και κατά την ώρα του πάθους του ζητούσε άφεση των αμαρτιων των δημίων του. Εκείνοι πρότειναν το δίκοπο ξίφος τους, αυτός τους έδινε τη διδασκαλία του. Με φωτιά τον απειλούσαν εκείνοι, και αυτός μεγάλωνε την έπιθυμία του για μαρτύριο. Αυτοί τον απειλούσαν και αυτός προσευχόταν γι΄ αυτούς. Εκείνοι του προξενούσαν θλίψεις και αυτός διψούσε τη σωτηρία. Ένιωθε ευχαρίστηση με τα βασανιστήρια, και με τα γρονθοκοπήματα άνοιγε η καρδιά του.

Αυτά ήταν μία εμπειρία του Αποστόλου, η οποία προερχόταν από τις διώξεις του. Να δούμε, τώρα, πως αισθανόταν ό Απόστολος στις εκδηλωσεις που ήταν ευχάριστες γι΄ αυτόν.

Για όσα θαυμαστά πραγματοποιούσε σε ευγνώμονες ανθρώπους, ακολουθούσε τιμή σ’ αυτόν και αφοσίωση όχι τυχαία. Αλλά όπως και στους διωγμούς που υπέστη δε λιγόστεψε η αγάπη του, ούτε και με τους επαίνους, που του εκδήλωναν οι θαυμαστές του, έπεφτε σε νωθρότητα και ατονία. Ηταν πάντα σταθερός σε όλα, προσαρμοζόμενος στους ιδιαίτερους τρόπους του καθενός, προετοιμασμένος να δοκιμάσει τη γεύση που του πρόσφερε το «μάννα». Θαυμαστά πράγματα!

Ας προσθέσουμε και αυτά: Αν και είχε αποσταλεί από τον Αρχιποίμενα Χριστό ως πρόβατο ανάμεσα σε λύκους, αυτός δεν έγινε λύκος, ενώ τους λύκους τους μετέτρεψε σε αρνιά. Όταν τον δάγκωναν, αυτός γιάτρευε τα δαγκώματα των ψυχών, πληρώνοντας με θεραπείες τα τραύματα που του προξενούσαν. Αν και δεν ήταν σπουδαγμένος, άλλαζε την πορεία των σοφών του κόσμου, ώστε αυτοί να πορεύονται προς τη διδασκαλία της ευσέβειας. Άοπλος αυτός, και όμως αυτούς που πολεμούσαν το Θεό τους κερδιζε και τους έκανε εχθρούς του διαβόλου.

Αλήθεια, πόσο δύσκολα ήταν αυτά! Θα πρόσθετα μάλιστα ότι αυτά είχαν ανάγκη από τη θεία Χάρη. Τέτοιο, λοιπόν, είναι το θείο άλάτι. Και την πανουργία του φειδιού και την ακεραιότητα του περιστεριού, θα αναπτύξουμε παρακάτω, μια και ο μέχρι τώρα λόγος τα λησμόνησε. Αλλά γι΄ αυτούς που γνωρίζουν είπαμε τα περισσότερα, προσπαθώντας ν’ αποφύγουμε τη μακρυγορία. Τώρα ας έρθουμε στον κολοφώνα του λόγου, δηλαδή στο σπουδαιότερο μέρος του.

η΄. Και τους ονόμασε ο Xριστό Βοανεργές, που θα πει παιδιά της βροντής. Μερικοί λένε ότι η βροντή δημιουργείται από φύσημα δυνατού ανέμου, το οποίο, αφού εγκλεισθεί μέσα σε νέφη και μη έχοντας από που να ξεφύγει, με την ισχυρή πίεση δημιουργεί την αστραπή και με την έκρηξη τη βροντή. Και αν έλεγε κανείς ότι από τη μια βροντή, βροντή άλλη ετοιμάζεται, δεν θα ήταν υπερβολή. Όπως δηλαδή συμβαίνει με αυτό που γεννιέται και είναι όμοιο με αυτό που γεννά. Tι συμπέρασμα βγαίνει από αυτό; Μα, ότι ο Απόστολος ονομάστηκε υιός βροντής, επειδή είναι απήχημα του Αγίου Πνεύματος και αστράφτει και βροντοφωνεί σε μας τα θεία προστάγματα, σαν να έχει προέλθει η φωνή του από έκρηξη των νεφών της θείας Χάριτος.

Ας δούμε τώρα, αν και σείς νoμίζετε, έτσι χονδρικά, ποια είναι και τα βροντήματα του Ιωάννη, ώστε περισσότερο να θαυμάσουμε τη δύναμη αυτού που ονομάστηκε υιός βροντής.

Στην αρχή υπήρχε ο Λόγος, και ο Λόγος αυτός ήταν ενωμένος με το Θεό και Θεός ήταν ο Λόγος (Ιωαν.1,1). Tι μεγαλοφωνότατη θεϊκή έκφραση είναι αυτή! Οι άνθρωποι δε σάστισαν τόσο πολύ από την πραγματική βροντή, όσο ένιωσαν έκπληξη και θαυμασμό από τη θεολογία του Ιωάννη και μαζί μ’ αυτήν θαύμασαν και την ουράνια θεολογία, αφού και γι΄ αυτήν ο Ιωάννης ο ίδιος ήταν ο δάσκαλος. Αυτό συνέβη, λέγει, για να γνωστoπoιηθεί τώρα στις επουράνιες αρχές και τις εξoυσίες, μέσω της Εκκλησίας, η πολυποίκιλη σοφία του Θεού (Εφ.3,10).

‘Οπως, λοιπόν, γράφοντας (ο Μωυσής) για τα αισθητά της δημιουργίας, αναφέρει πρώτο από όλα τα δημιoυργήματα τον ουρανό, λέγοντας «στην αρχή ο Θεός δημιούργησε τον ουρανό και τη γη» (Γεν.1,1), γιατί δεν ήταν δυνατόν στο μάτι, που είναι η πρώτη από τις αισθήσεις μας, να φτάσει πιο ψηλά από το ύψος του ουρανού. Για το λόγο αυτό, σε αρμονία με την αίσθηση της οράσεως, ανέφερε πρώτα τον ουρανό που είναι το πρώτο δημιούργημα, επειδή τα υπόλοιπα, στά οποία ταιριάζουν οι αλλες αισθήσεις, είναι δευτερεύοντα.

Ο δε (Ιωάννης), αρχίζοντας να γράφει για τα υπεραισθητά, δε μιλησε για τον ουρανό και τη γη, αλλά υπονοώντας το δημιουργό του ουρανού και της γης όλων των υπερουρανίων, άρχισε το βιβλίο του λέγοντας: «Στην αρχή υπηρχε ο Λόγος, και ο Λόγος αυτός ήταν ένωμένος με το Θεό, και Θεός ήταν ο Λόγος» ( Ιωαν. 1,1).

θ΄. Είδες σε ποιό άπειρο ύψος ύψωσε (ο Ιωάννης) το μάτι της διανοίας του; Το τρίτο είναι της φράσεώς του το στερέωσε στή διάνοιά μας σαν να ήταν κάποιος ουρανός. Ώστε ο νους, που μέχρι τώρα υφίσταται σαν κάποια ποικιλία του φωτός, επειδή και αυτός είναι πρώτος από όλες τις δυνάμεις της ψυχής, να μην μπορεί και αυτός να πάει πιο πέρα, ακόμη και αν αεροβατεί από μη αποδεκτή πολυπραγμωσύνη. Αλλά, κατά κάποιο τρόπο, ο νους αρκούμενος στις εφέσεις του, επιστρέφει προς εκείνα που έγιναν έπειτα ή που βρίσκονται προς ενέργεια, προς τα οποία και συγγενεύει, βλέποντας τά δημιουργήματα και δοξάζοντας τον αριστοτέχνη δημιουργό, δηλαδή τον ένα και άναρχο Τριαδικό Θεό, ό οποίος επιβλέπει όλα όσα υπάρχουν.

Ποιά είναι αυτά; Είναι τα Σεραφίμ, τα Χερουβίμ, οι Θρόνοι, οι Δυνάμεις, οι Εξoυσίες, οι Κυριότητες, οι Αρχές, οι Αρχάγγελοι, οι Άγγελοι. Είναι έπειτα αυτά που τα προσεγγίζουμε με τις αισθήσεις μας, δηλαδή τα αισθητά, ο ουρανός, ο ήλιος, η σελήνη, τα άστρα, ο αέρας, η γη, η θάλασσα, τα ζώα που ζουν στη γη, στα νερά , στον αέρα , τα φυτά, τα βοσκήματα και όλα γενικά τα έμψυχα και άψυχα. Γιατί όλα αυτά και όσα ακόμη υπάρχουν στους δύο κόσμους, τον υλικό και τον πνευματικό, και τα οποία δεν μπορούμε να τα ονομάσουμε, ο Ιωάννης τα εννόησε με τη φράση που διατύπωσε, ότι δηλαδή «όλα όσα υπάρχουν έγιναν με την προσταγή του Θεού, δηλαδή με τη συνεργασία του Υιού και Λόγου, και τίποτε από αυτά που υπάρχουν δεν έγινε χωρίς τη δύναμη και τη θέλησή του».

Και τι χρειάζεται να πούμε και άλλα, που είναι περιττα, όταν οι θεοφόροι συγγραφείς μας εξήγησαν κατά λέξη και με τρόπο θεολογικό και εμπνευσμένο, από τους οποίους και εμείς όπως τα κυνάρια παίρνουμε ψυχία λόγου; Τι θαυμαστή θεολογία είναι αυτή πού έφτασε σε όλους συντομότερα και από την αστραπή; «Μένω έκθαμβος μπροστά στην ακριβέστατη γνώση που έχεις για μένα», (όπως θα έλεγε και ο Δαβίδ).

Και στον Ιωάννη, ως θεόπνευστο, που το κήρυγμά του έφτασε σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, που με τη θεολογική του σκέψη περπάτησε στην άβυσσο της σοφίας, ας λέγει ο καθένας τα λόγια του ψαλμου που αναφέραμε. Γιατί με την πληρότητα της φωνης του Θεού, που είχε ο Ιωάννης, καταργήθηκαν οι πύλες του άδη και ανέτειλε ο ήλιος της Ορθοδοξίας. Με τη θεoλογία του Ιωάννη μωράνθηκε η σοφία του άπιστου κόσμου και τα πέρατα του κόσμου γέμισαν με τη θεοσοφία του. Ρήτορες και σοφιστές κατατροπώθηκαν, γιατί επικράτησε η θεoλoγία του Ιωάννη. Και δεν ξέρω αν πρέπει να πω λόγια, που να είναι άξια του μεγαλείου της αποστολικής εξοχότητας, ή να στματήσω στους ιερούς επαίνους, με τους οποίους τα θεία στόματα τον επευφήμησαν.

ι΄ Tί ακόμη να πω; Ο Ιησούς, λοιπόν, όταν είδε τη μητέρα του και το μαθητή, που βρισκόταν κοντά στο Σταυρό και που τον αγαπούσε, λέγει στη μητέρα του: «Γυναίκα, να ποιός θα είναι γιός σου από εδώ και πέρα. Ύστερα είπε στο μαθητή: «Να ποιά θα είναι η μητέρα σου. Και από εκείνη την ώρα ο μαθητής εκείνος την παρέλαβε στο σπίτι του. Και σε άλλο σημείο πάλι λέγει (η Γραφή για τον Ιωάννη): «Ο οποίος (μαθητής) έπεσε κατά το δείπνο στο στήθος του Ιωάννη και είπε. Κύριε, ποιός είναι αυτός που πρόκειται να σε προδώσει; Αυτά, ως βασιλικά μνήστρα, τα έδωσε ο Κύριος στο Θεολόγο Ιωάννη δικαιωματικά, επειδή νομίζω ότι ο Ιησούς αγαπούσε τον Ιωάννη περισσότερο από τους άλλους Μαθητές Του. Και το πλάγιασμα του Ιωάννη στο στήθος του Χριστού είναι σχετικό με τη φράση του Κυρίου ότι ο Ιωάννης θα είναι υιός της Μητέρας του.

Φοβερά και τα τρία, το καθένα ανώτερο από τα άλλα, και καθένα μου προξενεί ίλιγγο, όταν σκέφτομαι ποιό είναι ανώτερο. Ο Ανδρέας ήταν ο πρώτος πού κλήθηκε από τον Ιησού, αλλά δεν ονομάστηκε τόσο αγαπητός από Αυτόν, όσο ο Ιωάννης. Ο Πέτρος ήταν πρωτόθρονος, αλλά ούτε αυτός ευτύχησε να ονομαστεί αγαπητός του Ιησού. Η θεία φύση είναι απαθής. Ο Χριστός, ως Θεός που είναι, σε όλους την ίδια ακτίνα αγάπης αφήνει. Εξάλλου, το ότι ο Πέτρος, όταν τον ρώτησε ο Κύριος, ομολόγησε ότι αγαπά τον Ιησού περισσότερο από τους άλλους, και το ότι την ομολoγία αυτή την επιβεβαίωσε και ο Χριστός με την τριπλή ερώτησn και απόκρισn, ήταν μία αγάπη της οποίας προίκα υπηρξε η ανάθεση σ΄ αυτόν από τον Κύριο της διαποιμάνσεως των πνευματικων προβάτων. Αυτό, ως ένα συμπέρασμα σuλλoγισμoύ, θα σήμαινε ότι ο Κύριος θα έπρεπε ίσως να ανταγαπά τον Πέτρο περισσότερο από όλους τους υπόλοιπους Αποστόλους, πράγμα που δεν συνέβη. Γι΄ αυτό εγώ νομίζω ότι η μεγαλύτερη αγάπη του Ιησού προς τον Ιωάννη όφείλεται στο προσόν της παρθενίας του Ιωάννη.

Πως συμβαίνει αυτό; Όπως δηλαδή η ακτίvα του φωτός πέφτει στον καθρέφτη ισομερώς, έτσι θα έπρεπε να γίνεται και με την αγάπη του Χριστού προς όλους τους Μαθητές του, επειδή όλοι είναι αγνοί και πνευματικά καθαροί, όπως λέγει ο Λόγoς του Θεού, δηλαδή η Αγία Γραφή. Όμως η αντανάκλαση της παρθενίας αποτυπώνεται στον καθρέφτη περισσότερο στον ένα παρά στους υπόλοιπους, που ήταν μεν εξίσου άξιοι, αλλά δεν είχαν το προσόν της παρθενίας. Αν και αυτό που λέγω είναι κάπως παράδοξο, αλλά αυτό το προσόν της παρθενίας κάνει τη διαφορά στο θέμα της αγάπης, ώστε να λαμπρύνει περισσότερο τον καθαρότερο μέτοχο στην αγάπη του Χριστού.

Και εάν το ότι ο Πέτρος αγαπά περισσότερο από όλους τον Ιησού, τον κάνει να προΐσταται στους υπόλοιπους Μαθητές, πρέπει να πώ ότι εκείνο που του δίνει το προβάδισμα εδώ δεν είναι ότι το σώμα του πλησίασε περισσότερο στο φως και έτσι φωτίστηκε περισσότερο, αλλά ότι έχει καθαρότερη τη φύση γι΄ αυτό το έργο πού ανέλαβε, αν και η προσέγγισή του προς τον Κύριο δεν είναι μεγαλύτερη από των άλλων. Και εάν η επιχειρηματολογία μου σου φαίνεται ασθενής, και αν δε σε πείθει ακόμη, εγώ που υποστήριξα την άποψη, θα την αποδείξω.

Το πλάγιασμα του Ιωάννη στο στήθος του Χριστού πηγάζει από εδώ, δηλαδή από την παρθενία του. Μεγάλη η παρθενία! Τα Χερουβίμ είναι όχημα που φέρει το Θεό, αλλά ο Ιωάννης χρησιμοποιεί σαν μαξιλάρι το στήθος του Κυρίου. Ο Mωυσής αν και ζήτησε να δει το πρόσωπο του Θεού, μόλις που τον είδε από πίσω. Και ό Ιωάννης από μόνος του και αυθόρμητα εναγκαλίζεται εμπρός τον Κύριο και πληροφορείται εκείνα, τα οποία ο κορυφαίος Πέτρος δεν τα κατόρθωσε, δίνοντας έτσι στόν εαυτό του τη δεύτερη θέση, μετά την προτίμηση του Ιωάννη. Αν εξετάσεις και τις δύο απόψεις, θα κατανοήσεις ποιό είναι το αξίωμα του Ιωάννη, που τον κάνει να υπερέχει. Από εδώ, νομίζω, παίρνει ό Ιωάννης τα θεία νάματα, σαν αυτά να πηγάζουν από κάποια πηγή ζωής, και από αυτά τα νάματα εκβάλλovται, σαν από έμψυχη κοιλιά, οι ποταμοί της θεολογίας.

Αλλά ας έρθουμε στο Σταυρό.

ια΄. «Αυτός», είπε, «θα είναι ο υιός σου. Έπειτα είπε στο Μαθητή, ιδού η μήτηρ σου». Θαυμάζω τη δωρεά, ακούοντας ότι υπηρέτης της Κυρίας Θεοτόκου αναγνωρίζεται υιός της, εξαιτίας της πνευματικής καθαρότητας του, και ότι προχειρίζεται φύλακας του θησαυροφυλακίου της ζωής. Ο πραγματικός Υιός της αειπαρθένου, ή οποία τον γέννησε απαθώς, απομακρύνεται από αυτήν εξαιτίας του πάθους του, δηλαδή της θυσίας του, ενώ ο μαθητής τη δέχεται στο σπίτι του για να την υπηρετήσει ως Μητέρα. Ο Παρθένος δέχεται την Παρθένο. Το κλiμα δέχεται αυτήν που γέννησε το αμπέλι. Ο στρατιώτης δέχεται τη βασίλισσα, ο θεολόγος τη Θεοτόκο, ο κατά χάρη αδελφός του Θεού δέχεται την κατά φύση μητέρα του Θεού.

Δες την αρμονία της κατάλληλης κλήσεως και επαίνεσε στον υπέρτατο βαθμό το γεγονός. Μήπως μόνο αυτό το γεγονός δεν μπορεί να σκεπάσει κάθε υπερβολή εγκωμίου που αποδίδεται στο Θεολόγο (Ιωάννη), χωρίς να χρειάζεται οποιοσδήποτε άλλος έπαινος; Εάν δε, μαζί με τήν υπεροχή που προαναφέραμε, και αυτά που τώρα θίγουμε τα επαινέσει κάποιος, κάποιος θα μπορέσει να παραβλέψει το ύψος του δυσθεώρητου; Ετσι λοιπόν υπερέχει από οποιαδήποτε εγκωμιαστική δύναμη και μόνο ο Θεός μπορεί να τον επαινέσει, καί, αν και είναι τολμηρό να το πω, ο Θεός είναι προθυμότερος να τον επαινέσει, αφού ο Θεός τον έχει κιόλας στεφανώσει με εγκώμια, ονομάζοντάς τον φως και βροντή και άλλα παρόμοια.

Αλλά, επειδή αυτά έτσι τα εκθέσαμε, και επειδή έφτασε στο τέλος η άφθαρτη ανθολογία, όσο ήταν δυνατόν σε μας τους φτωχούς στα λόγια να αποκομίσουμε «άνθη», ας τερματίσουμε το λόγο, ανταλλάσσοντας τα μικρά με τα μεγάλα. Να προσθέσουμε σε όσα είπαμε και εκείνο, ότι δηλαδή δεν είναι μικρή δόξα για τον Ιωάννη η τρομερή Αποκάλυψη, την οποίαν έγραψε, μυηθείς σ΄ αυτό το εγχείρημα από το Θεό, όταν εξορίστηκε στην Πάτμο από εκείνον που τότε ήταν ηγεμόνας. Και αυτό το χάρισμα, το να γράψει δηλαδή την Αποκάλυψη, ο Ιωάννης το έκανε έξαιτίας της πολλής αγάπης του για το Χριστό, χάρισμα πού οι άλλοι δεν το έλαβαν.

Λέγουν ακόμα, ότι αυτός, μετά τα ιερά εκείνα χρόνια και την ευαγγελική περγραφή για τα έσχατα του κόσμου, κάπου εκεί στο μέσον της ασιατικής γης, όπου εγκαθίδρυσε και το διδακτικό του «κάθισμα», απέθεσε και το άγιο σώμα του. Δέχτηκε ταφή τυπική, επειδή είναι κοινή σε όλους, μετέστη όμως κατά τρόπο υπερφυσικό, ώστε και με αυτό το ιδιαίτερο γεγονός να δοξάσει ο Θεός τον πολύ αγαπημένο του. Αλλά το σώμα αυτό το καθαρό και ευωδιαστό, που έφερε και τα στίγματα του Χριστού, με αυτό τον τροπο έφυγε. Η ψυχή του, που ήταν φωτεινότερη από τον ήλιο, έφυγε από τα παρόντα και μεταφερθηκε με αγγελική συνοδεία σε κείνο τον τόπο που του ταίριαζε, στον τόπο δηλαδή της πρωτοφανούς αγαλλιάσεως, την οποία δεν μπορεί κανείς να περιγράψει.

ιβ΄. Αλλά Ιωάννη, ευτυχέστατε και τρισευτυχέστατε και σε όλα μακαριώτατε, συ που είσαι ο μέγας ήλιος του Ευαγγελίου, η ασταμάτητη πηγή της Θεολογίας, η κορυφή των Αποστόλων και ίσος με τον Πέτρο, σύ κύταξέ μας με συμπάθεια από τον ουρανό για το κακό σημείο στο οποίο έφτασαν τα εκκλησιαστικά μας πράγματα. Θυσιαστήρια, στολισμένα με ιερές εικόνες αφανίστηκαν, αφαιρέθηκε ο στολισμός των Ναών μας. Η εικόνα του Χριστού έχει καθυβριστεί. Οι εικόνες γενικά εξαφανίστηκαν και από τις πόλεις και από τα χωριά και από τα σπίτια. Επιπλέον, εξαφανίστηκε και η εικόνα της Θεοτόκου και οιουδήποτε άλλου από τους θεοφόρους που είναι σαν Εσένα ή και μικρότερός Σου. Όλα είναι για να κλαίμε.

Πάρε τον Πέτρο, πάρε μαζί και τον Ιάκωβο, σε παρακαλούμε. Σεις οι τρείς, που είστε συνέχεια δίπλα στο θρόνο του Χριστού, που είναι μεταμορφωμένος, που κάνει πολλά θαύματα, που αγωνιά που προσεύχεται. Σεις που είστε πιο κοντά στο Χριστό από τους άλλους που βρίσκονται μαζί με σας στον ίδιο χωρο, σεις και τώρα. μαζί με τους άλλους εννέα σεβάσμιους Αποστόλους, κάμετε την Αγία Τριάδα ευμενή για μας, παρακαλέστε το Χριστό να επιτιμήσει την τρικυμισμένη θάλασσα, όπως άλλοτε την Τιβεριάδα, η οποία ξεσηκώθηκε στήν είρηνόδωρη γαλήνη, να επανέλθουν οι Εκκλησίες Του στην αρχαία και αρμόζουσα στην Ορθοδοξία ωραιότητα.

Και σε μένα, ο οποίος τόλμησε ν’ απευθυνθεί σε σένα, Μακάριε, γίνε σπλαχνικός, που ενώ χρεωστούσε, δεν σε επαίνεσε. Δέξου, λοιπόν, τους κτήτορες αυτού του περικαλλούς ναού, στου οποίου τα προαύλια και τα σώματα τους ασκητικά οι περισσότεροι έχουν αποθέσει, ώστε, όπως εδώ αξιώθηκαν να παρευρίσκονται συνέχεια στο Ναό, ν’ αξιωθούν τόσο, ώστε να παρευρίσκονται και στη φωτεινοτάτη ουράνια σκηνή και να σε θεωρούν μαζί με όλο το ποίμνιό τους κατ’ αντίστροφη αξία, όσο δηλαδή αντέχουν και αυτοί που βλέπουν τον ήλιο.

Όλα αυτά να γίνουν στο όνομα του Χριστού και Κυρίου μας, στον οποίο αρμόζει κάθε δόξα και τιμή και προσκύνηση, καθώς και στο όνομα του Πατέρα και του Αγίου Πνεύματος συγχρόνως, και τώρα και πάντα και στους ατελεύτητους αιώνες. Αμήν.

(Μετάφραση: Πρωτοπρ. Κ.Μ.Φούσκα).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου